ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ Γ. ΔΡΟΣΙΝΗ
Το Μουσείο βρίσκεται στις οδούς Αγ. Θεοδώρων και Διον. Κυριακού στην Κηφισιά στην έπαυλη «Αμαρυλλίς», εκεί που έζησε ο ποιητής τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του, όπως το πόθησε η ψυχή του.
Μόλις μπεις στην είσοδο του κτιρίου, η ματιά σου αγκαλιάζει στο δεξιό τοίχο, έναν μεγάλο πίνακα, ακριβές αντίγραφο- φωτοτυπία της ελαιογραφίας που υπάρχει στον «Παρνασσό» με τίτλο «Οι ποιητές στον Παρνασσό» και στον αριστερό τοίχο, ένα από τα πορτραίτα του Δροσίνη.
Προτού ανέβεις το πρώτο σκαλί, σταματάς σε μερικά βιβλία γενικού ενδιαφέροντος από τη Βιβλιοθήκη του ποιητή. Ακόμα εκτίθενται τα τεύχη του περιοδικού ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, την περίοδο που το διηύθυνε ο Γρ. Ξενόπουλος. Σε πολλά τεύχη συμμετέχει ο Δροσίνης και σε άλλα γίνεται αναφορά στον ποιητή.
Ανεβαίνεις την ίδια εσωτερική ξύλινη σκάλα πλημμυρισμένος ολάκερος από βαθιά συγκίνηση, την ίδια που ανέβαινε ο ίδιος ο ποιητής και βρίσκεσαι στον πρώτο και μοναδικό όροφο που χωρίζεται σε τρεις ενότητες, σύμφωνα με τα αντίστοιχα δωμάτια.
«Πρώτο δεξιά» είναι το ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ εκεί που έχει συγκεντρωθεί όλος ο πνευματικός θησαυρός του ποιητή. Ο Δροσίνης Ποιητής, Πεζογράφος (σαν πρώτος μεταρρυθμιστής της Νεοελληνικής γλώσσας, έγραψε αριστουργήματα), Συνεργάτης, Επιμελητής, Εκδότης, Δημοσιογράφος, Δοκιμιογράφος και Αρθρογράφος.
Οι ποιητικές του συλλογές αφήνουν εποχή και δημιουργούν την κατάλληλη ευκαιρία για τη γέννηση και την ανάπτυξη μίας νέας πνευματικής εποχής. Απόσταγμα πολλών φιλοσοφικών θεωριών οι στίχοι του, απλοί, μελωδικοί, συμμετρικοί, είναι ευπρόσδεκτοι στο πλατύ κοινό.
Ο Ποιητής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πρωτόγονη ποίησή μας και μαζί με τον Παλαμά θα παλέψουν για την επικράτηση της δημοτικής μας γλώσσας στο χώρο της λογοτεχνίας. Με τον ευχάριστο τόνο, το ζωντανό ύφος, την τρυφερότητα και την αφέλεια, το παιδαγωγικό δίδαγμα, έδωσε τραγούδια που στέκουν αληθινά οι πρώτες επαφές της παιδικής ψυχής με τη φύση, την Πατρίδα, την Οικογένεια, τη Θρησκεία, με τις ηθικές και υψηλές αξίες της ζωής. Η θρησκευτική του πίστη ολοφάνερη, πάνω στους βωμούς της Τέχνης.
Αλλά και το πεζογραφικό του έργο είναι αξιόλογο. Όπως ο Παλαμάς, ο Πολέμης, ο Καμπάς, ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του 1880, που εμφανίστηκε στην ποίηση με τις στροφές του Νεοελληνικού λόγου, προς τις γνήσιες λαϊκές πηγές του νεοελληνικού πολιτισμού και της σύγχρονης Εθνικής ζωής. Έδωσε νέα τροπή σε ολόκληρη την πνευματική ζωή.
Σε αυτό το «Πρώτο δεξιά» δωμάτιο εκτίθενται όλα τα τεύχη της ΕΣΤΙΑΣ, περιοδικού από την αρχή της έκδοσής του με τον Γ. Κασδόνη, αργότερα από τους Δροσίνη- Πολίτη, ακόμα υπάρχουν τα τελευταία τεύχη του περιοδικού ΕΣΤΙΑ, όταν ο Δροσίνης είχε αναλάβει μόνος την έκδοσή του.
Από την «Εφημερίδα Εστία» υπάρχουν φωτογραφίες από το οίκημα, αντικείμενα και το 7ο φύλλο της πρώτης έκδοσης.
Η ίδια η Αίθουσα φιλοξενεί ακόμα μεγάλη συλλογή από ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΕΣ, μελοποιημένα ποιήματα του Δροσίνη από διάσημους συνθέτες. Δύο βιτρίνες με χειρόγραφα του ποιητή, αλληλογραφία του με φίλους και φιλέλληνες, συλλογή από εφημερίδες ξένες και ελληνικές που αναφέρονται στο Δροσίνη ή δημοσιεύουν κείμενά του. Ανάμεσα σε αυτά επισημαίνουμε τη σειρά του Σ.Ω.Β ΚΟΚΚΙΝΑ ΒΙΒΛΙΑ και ΠΡΑΣΙΝΑ. Τα Εθνικά δημοσιεύματα, Παιδική σειρά, την ΙΣΤΟΡΙΚΗ και ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ βιβλιοθήκη, το ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ και την Μελέτη.
Από τις δικές του εκδόσεις υπάρχουν τεύχη του ΑΣΤΥ, όλη η σειρά του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και η σειρά «ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ». Αντικρίζουμε ακόμα μερικά προσωπικά του αντικείμενα, μία επιστολή του ΑΘΑΝΑΣΑΚΗ, Προέδρου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και το παράσημο Λεγεώνας της Τιμής της Γαλλικής Κυβέρνησης, προς το πρόσωπό του Δροσίνη για τη μεγάλη προσφορά του στην Ελληνογαλλική φιλία.
Εντυπωσιασμένοι από τον ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό, δεν μας κάνει καρδιά να το εγκαταλείψουμε, για να προχωρήσουμε κατ’ ευθείαν στο «Αριστερό δωμάτιο» το ονομαζόμενο ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ, γιατί ήταν κατ’ εξοχήν το δικό του δωμάτιο που περνούσε τις περισσότερες ώρες της τελευταίας δεκαπενταετίας της ζωής του.
Οι τοίχοι στολισμένοι από φωτογραφίες συγγενών, φίλων της Κηφισιάς, του θρυλικού Μεσολογγίου που ήταν η γενέθλια γη του Ποιητή και του Αντιστράτηγου Παππού του, που έπεσε ηρωικά στη έξοδο. Ούτε στιγμή δεν έφευγε από τη σκέψη του κι ο καημός του Πατριδολάτρη Έλληνα Ποιητή, απέραντος που δε μπορούσε να το επισκέπτεται συχνότερα. Άλλη φωτογραφία της Πλάκας, είδη ψαρικής, υπάρχουν βιβλία για το μαγευτικό Πήλιο και το Χορευτό, αγάπες του Ποιητή.
Μόλις μπούμε στο δωμάτιο αυτό, αντικρίζουμε το ομοίωμα του ποιητή, καθισμένου στην πολυθρόνα του, κρατώντας ένα φύλλο της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ στα χέρια του.
Το Άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Ένα απόκομμα μίας εφημερίδας που μιλά για την ιστορία του ποιήματος του Δροσίνη που αναφέρεται στη Θεά. Μπορούμε ακόμα να θαυμάσουμε ένα κέντημα της μητέρας του ποιητή, τη διαθήκη του που αναφέρεται στα κινητά περιουσιακά του στοιχεία, στο πιστοποιητικό θανάτου του και διάφορα προσωπικά του είδη.
Ακόμα βλέπουμε βιβλία που τον περιστοιχίζουν και αναφέρονται στον ποιητή ή είναι άλλα εξ’ ολοκλήρου αφιερωμένα σ’ αυτόν και αγκαλιάζουν το έργο που δημιούργησε στο πέρασμά του από το Υπουργείο Παιδείας.
Αναφέρουμε: Σχολική Υγιεινή, Γυμναστική στα σχολεία, Εορτή της Σημαίας, Πρώτο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας, Πρώτο Λαογραφικό Μουσείο- ΤΖΑΜΙ ΤΖΙΣΤΑΡΑΚΗ, καθιέρωση Αριστείου Γραμμάτων και Τεχνών κ.α.
Με την οικονομική υποστήριξη του Σ.Ω.Β και με τεράστιες προσπάθειες, δημιουργεί τη ΣΧΟΛΗ ΤΥΦΛΩΝ, το Πρώτο Εκπαιδευτικό Συνέδριο, ΜΟΥΣΕΙΟ, τη Σεβαστοπούλειο Τεχνική Σχολή το 1911 κ.α.
Γίνεται ακόμα αναφορά στη μεγάλη του προσφορά στον Παρνασσό σαν Γραμματέας των Θετικών και των Καλών Τεχνών, στον αξιόλογο ρόλο που έπαιξε ως πρώτος Γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών και ως Ιδρυτικό μέλος της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος.
Σαν Τμηματάρχης του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών από το 1914-1920 αναφέρεται στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στις 13/1/1921, ότι συνέβαλλε στην αισθητή βελτίωση προόδου ανάπτυξης της χώρας: στο Βυζαντινό Χριστιανικό Μουσείο, που το αναδιοργανώνει για τη συλλογή Εικόνων Κολυβά.
Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους τα συγκεντρώνει στα υπόγεια της Ακαδημίας, αναδιοργανώνει την Εθνική Βιβλιοθήκη. Εγκρίνονται 10 Βιβλιοθήκες σε όλη την Ελλάδα δια νόμου, στη Θεσσαλονίκη Δημόσια Βιβλιοθήκη, όπως και στις πόλεις που έχουν πάνω από 30.000 κατοίκους. Ιδρύει το Ωδείο της Μακεδονικής Πρωτεύουσας στη Θεσσαλονίκη. Εγκρίνεται περίθαλψη των Θεατρικών Συγγραφέων του Εθνικού Ελληνικού Θεάτρου. Τα σημαντικά γεγονότα 1912-1913 στα Αρχεία του Κράτους.
Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας στην είσοδο της Ελλάδας στη Διεθνή Ένωση της Βέρνης κ.α.
Ιδιαίτερα πρέπει να τονίσουμε τη μεγάλη προσφορά του στο σχολικό βιβλίο. Υπάρχει στο Μουσείο το «πρώτο αναγνωστικό» και μία μεγάλη συλλογή αναγνωστικών από πολλά μέρη του Ελληνισμού, στα οποία είναι ο πρώτος που έβαλε κείμενα επωνύμων ποιητών, πεζογράφων και ιστορικών.
Η μεγάλη έκπληξη που μας περιμένει είναι το ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ, το τρίτο και το πιο μεγάλο.
Η Αίθουσα αυτή φιλοξενεί τους πρωταγωνιστές των έργων του.
Αρχίζοντας από δεξιά με φωτογραφίες και κείμενα που μιλούν για το βιβλίο του ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ και την πρώτη γυναίκα που του ενέπνευσε την ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑ του «Η Ιδανική Γυναίκα». Το όνομά της είναι αφιερωμένο στην έπαυλη που έμενε και στο σημερινό προσωπικό Μουσείο του. Δίπλα υπάρχει ένα άλμπουμ με 100 εικόνες GRAVURES. Μία συλλογή που δημιούργησε όταν φοιτούσε στη Λειψία και συνεργαζόταν με το περιοδικό ΕΣΤΙΑ. Αυτά τα άλμπουμ δίνονταν δώρο σε Βασιλείς και διακεκριμένους Άρχοντες.
Ακολουθεί ολόσωμη η κούκλα ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ, η πρωταγωνίστρια του ομόφωνου Μυθιστορήματός του, έπειτα η εξαδέλφη του Δροσίνη, Μελετοπούλου, που ενέπνευσε τον ποιητή να γράψει το ποίημα Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ. Η κούκλα είναι ακριβές αντίγραφο από τη φωτογραφία της Μελετοπούλου με τη στολή της Αρσακειάδας.
Ακολουθεί το επόμενο θέμα Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ με μία μικρή συλλογή από βιβλία που αναφέρονται σ’ αυτόν. Και μπρος στα μάτια μας, Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΕΓΓΟΝΙ ΤΟΥ που μιλά για τα παραμύθια του Δροσίνη, διηγόντας στην εγγόνα του το παραμύθι ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ.
Ένα μικρό όμορφο ΚΙΟΣΚΙ αναφέρεται στην ΕΡΣΗ. Το 1925 κυκλοφορεί η «Έρση», γραμμένη σε μία ωραία δημοτική. Ο γλωσσολόγος καθηγητής Γεώργιος Χατζηδάκης έγραψε σχετικά: «Αν γραφτούν 2 ή 3 βιβλία σε τέτοια δημοτική, έχει λυθεί το γλωσσικό ζήτημα…Το χαριτωμένο τούτο μυθιστόρημα είναι ένας ύμνος στη χαρά και στην ευτυχία του αρμονικού αισθηματικού γάμου».
7 Δεκεμβρίου 1947 γράφει ο ίδιος:
«ΜΕ ΧΑΡΑ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΦΩ ΔΟΥΛΓΕΡΩΦ ΠΩΣ Η ΜΙΚΡΗ ΕΡΣΗ, Η ΔΙΣΕΓΓΟΝΗ ΤΗΣ, ΕΦΤΑΣΕ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΦΕΡΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ. ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΣΗ ΜΟΥ, ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΓΡΑΨΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ, Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ROLAND HAMPE ΑΠΟ ΤΟ WÜRTZBURG».
Πολλές οικογένειες έδωσαν το όνομα «Έρση» στα παιδιά τους, γοητευμένες από το μυθιστόρημα αυτό. (Γ. Δροσίνης, «Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου», τόμος Δ’ σελ. 243).
Ένα μεγάλο μέρος καταλαμβάνει η ΕΥΜΟΡΦΟΥΛΑ, ένα μεγάλο ποίημα του Δροσίνη που ο ίδιος λέει: «ΟΛΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΑΝ ΧΑΘΟΥΝ, ΑΥΤΟ ΜΟΝΟ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΥ ΑΡΚΕΙ».
Το ΚΑΝΑΠΕΔΑΚΙ της ΚΑΙΤΗΣ ΜΑΝΟΥ, μαζί με διάφορες φωτογραφίες της, μιλούν για την τελευταία μούσα του ποιητή στα 70 του χρόνια.
Το τελευταίο βιβλίο ΕΙΡΗΝΗ που είδε το φως της δημοσιότητας το 1945, αναφέρεται στον πόλεμο του ’40 και είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του ποιητή. Μετά έγραψε τα ΣΚΟΡΠΙΑ ΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ και το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ του, που έχουμε μόνο ένα αντίγραφο.
Αποχαιρετάμε προσωρινά το «ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΔΡΟΣΙΝΗ».
Έναν Πατριδολάτρη, Έλληνα Ορθόδοξο Χριστιανό, Ποιητή, Πεζογράφο, Αισθητικό, Παιδαγωγό, Δημοσιογράφο, Εκδότη Περιοδικών και Εφημερίδων, που υψώνεται πρώτος μέσα στην περίοδο της Νεοαθηναϊκής κοινωνίας και επιβάλλεται με την ισχυρή του προσωπικότητα, όπου η παρουσία του στα Νεοελληνικά γράμματα υπήρξε αξιοπρόσεκτη.
Η «ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ» είναι ένα προσωπικό Μουσείο, αλλά απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και όποιος το επισκέπτεται έχει κάτι να μάθει και να θαυμάσει.
Συνεχώς εμπλουτίζεται με ό,τι νέο στοιχείο δημοσιεύεται και ο επισκέπτης κερδίζει με την κάθε του επίσκεψη.
*******
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ (1859-1951) και οι αρχές της ηθογραφία.
Ο Γεώργιος Δροσίνης, του οποίου ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας επανεκδίδει (από το 1955) τα Άπαντα, υπήρξε στη διάρκεια της ζωής του μια σημαντική προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων, χάρη στην εκπαιδευτική, πολιτιστική και πατριωτική του δραστηριότητα στους κόλπους του Συλλόγου προς Διάδοση των Ωφελίμων Βιβλίων, σύλλογος ο οποίος συνεχίζει να υπάρχει, και χάρη στο ότι διηύθυνε το ιστορικό περιοδικό Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Δεν διαβάζει κανένας σχεδόν πια τα πεζά του κείμενα σήμερα, ίσως εξαιτίας της καθαρεύουσάς του, που αν και ευκολοδιάβαστη είναι λίγο ανιαρή και δεν έχει ούτε τη γοητεία της ανάμεικτης διαλέκτου του Παπαδιαμάντη. Αυτή η σχετική αδιαφορία οφείλεται κατά τη γνώμη μου στο ότι ο Δροσίνης υστερεί στη σύγκριση με τους συγχρόνους του όπως ο Καρκαβίτσας και ο Παπαδιαμάντης, που τα έργα τους είναι πολυπληθέστερα και κυρίως δυνατότερα.
Αν θέλει κανείς να κατανοήσει τη σπουδαιότητα του πεζογραφικού έργου του Δροσίνη, πρέπει να το προσελκύσει από την πλευρά της ιστορικής λογοτεχνίας. Και ρίχνοντας μια καλύτερη ματιά, μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί ότι ο πραγματικός πατέρας της ηθογραφίας δεν είναι, τουλάχιστον όχι ο μοναδικός, ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης, αλλά μάλλον ο Γεώργιος Δροσίνης. Στην περίφημη Προκήρυξις της Εστίας το 1883, ο Πολίτης είχε υποδείξει με τρόπο πολύ αφηρημένο τους παιδαγωγικούς και πατριωτικούς προσανατολισμούς της καινούριας νεοελληνικής διηγηματογραφίας. Η χρήση των λαϊκών παραδόσεων δεν ήταν στα μάτια του παρά μία δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες:
«Διότι σκηναί είτε της ιστορίας είτε του κοινωνικού βίου διαπλασσόμεναι καταλλήλως εν τη αφηγήσει, κινούσι πλειότερον τα αισθήματα του αναγνώστου και ου μόνον τέρπουσι και λεληθότως διδάσκουσιν, αλλά και εξεγείρουσιν εν αυτώ το αίσθημα της προς τα πάτρια αγάπης. Ο ελληνικός δε λαός, είπερ και άλλος τις, έχει ευγενή ήθη, έθιμα ποικίλα και τρόπους και μύθους και παραδόσεις εφ’ όλων των περιστάσεων του ιστορικού αυτού βίου η δε ελληνική ιστορία, αρχαία και μέση και νέα, γέμει σκηνών δυναμένων να παράσχωσιν υποθέσεις εις σύνταξιν καλλίστων διηγημάτων και μυθιστορημάτων».
Έτσι λοιπόν, το διήγημα που πρώτευσε στο διαγωνισμό του 1883 ήταν ένα αγροτικό αφήγημα του Δροσίνη, με τίτλο Χρυσούλα. Και είναι γεγονός ότι έκτοτε το κοινωνικό, ιστορικό και πατριωτικό αφήγημα που ήθελε να ενθαρρύνει ο Πολίτης έμεινε στο περιθώριο, σε αντίθεση με το αγροτικό αφήγημα, που έμελε να θριαμβεύσει με το όνομα «ηθογραφία» μέσα στις δύο επόμενες δεκαετίες.
Υπεύθυνος γι’ αυτό τον προσανατολισμό είναι σε μεγάλο βαθμό ο Δροσίνης –ενθαρρυνόμενος βεβαίως από τον Πολίτη-. Έχει φαίνεται ανακαλύψει τα πρότυπα, τη μέθοδο και τον εν γένει προβληματισμό της ηθογραφίας. Τα πρότυπα είναι για άλλη μια φορά γαλλικά ή γνωστά από γαλλικές μεταφράσεις. Ο Μάριο Βίττι παρατηρεί στη μονογραφία του πάνω στην Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, ότι ο Νικόλαος Πολίτης μετέφρασε τον Μεριμέ και ότι ο Παπαδιαμάντης έκανε το ίδιο για τον Τουργκένιεφ. Αλλά είναι εξίσου σημαντικό το ότι ο Δροσίνης μετέφρασε δύο επιστολές από το έργο Επιστολές από τον μύλο μου, του Αλφόνσου Ντοντέ, «Η Κατσίκα του κυρίου Σεγκέν» και «Ο εφημέριος του Κουκουνιάν». Είναι αρκετά εύκολο να φανταστεί κανείς ότι ο Δροσίνης έβλεπε τον εαυτό του στον Πύργο του στις Γούβες, που είναι μία λιτή κατασκευή με έναν πύργο στο πλάι, σαν τον Ντοντέ στον μύλο του, έναν αστό, ο οποίος παρατηρεί με ευχάριστο ενδιαφέρον, συγκίνηση και τρυφερότητα τους απλοϊκούς ανθρώπους της επαρχίας, με τα γραφικά και τόσο αυθεντικά ήθη.
Η μέθοδος της ηθογραφίας είναι τυπικά ρεαλιστική. Συνίσταται στο να προηγείται από τη συγγραφή μιας μυθοπλασίας η συστηματική έρευνα των δεδομένων. Γνωρίζουμε αυτές που έγραψε ο Ζολά. Ο Δροσίνης ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Και έχουμε την τύχη να μπορούμε να παρακολουθήσουμε στο έργο του τα στάδια μέσα από τα οποία τα στοιχεία της έρευνας θα γίνουν αφήγηση και η αφήγηση θα ολοκληρωθεί ως λογοτεχνικό έργο.
Έτσι η ηθογραφία, πριν γίνει αφήγημα, είναι μία έρευνα πάνω στον αγροτικό πολιτισμό. Θα μπορούσαμε να πούμε με λίγες λέξεις, ότι είναι η συνέχιση της λαογραφίας από άλλο δρόμο, φυσικά το λογοτεχνικό δρόμο. Σ΄αυτό το πλαίσιο οι αγροτικές εργασίες, όπως για παράδειγμα ο θερισμός, για τον οποίο γίνεται συχνά λόγος στα βιβλία του Δροσίνη (βλέπε π.χ. στο Βοτάνι της Αγάπης και στην Ιστορία ενός κόκκου σίτου, κεφ. V, σελ. 74-77) και τα υλικά πολιτιστικά στοιχεία, όπως τα σπίτια και τα εργαλεία, αποκτούν μια ουσιαστική σπουδαιότητα. Όλα αυτά δεν αποτελούν μόνο το διάκοσμο της δράσης ή μόνο ένα γραφικό στοιχείο, όπως στο ρομαντικό μυθιστόρημα. Είναι συμβολικά η καρδιά της αγροτικής ζωής, και αν δεχτούμε όπως ο Νίκος Πολίτης στη Νεοελληνική Μυθολογία του (Μελέτη επί του βίου των Νεωτέρων Ελλήνων, Τόμος πρώτος, Νεοελληνική Μυθολογία, Αθήνα 1871), η ιδέα της συνέχισης της υπάρξεως του ελληνισμού, είναι ένα στοιχείο σταθερό και τυπικά ελληνικό.
Η περιγραφή της αγροτικής κατοικίας κάνει την εμφάνισή της στο έργο Αγροτικαί Επιστολαί, που είδε το φως το 1882, δηλαδή ένα χρόνο πριν το διαγωνισμό της Εστίας. Αυτή η πρώτη συλλογή είναι ένα εκτεταμένο με μυθιστορηματική μορφή αφήγημα πάνω στα ήθη και τα έθιμα των χωρικών στις Γούβες. Καλεσμένος στο σπίτι ενός χωρικού, με την ευκαιρία μιας γιορτής, ο Δροσίνης επωφελείται για να αφεθεί σε μια εθνογραφική έρευνα:
«…εις την παρατεταμένην εκείνην σιγήν μετά προσοχής περιεργάζομαι το εσωτερικόν του οίκου. Και η μεν οροφή είναι μαύρη εκ του καπνού της εστίας, αδυνατούντος να εξέλθη κατ’ ευθείαν δια της επί τούτω τετρημένης στέγης και επιπλέοντος καθ’ όλην αυτής την έκτασινֹ δια μικρού δε τοίχου, ύψους ενός μόλις πήχεως, διαιρείται η όλη οικοδομή εις δύο σχεδόν ίσα τμήματαֹ τον θάλαμον και την αποθήκην. Και ο μεν θάλαμος περιέχει τα ελαφρότερα οικιακά σκεύη: πρασίνην κασέλλαν, σωρόν μαλλίων σκεπασμάτων, δέσμας νημάτων ανηρτημένας επί του τοίχου, κουβάρια χρωματιστών μαλλίων εκκρεμή από των χονδρών δοκών της οροφής, μακρόν καρυοφύλλι παρά την γωνίαν, ποιμενικήν ράβδον, πέλεκυν και ξύλινον πτύον, τεθραυσμένην ανέμην και παλαιόν αργαλειόν – και εις το μέσον όλων τούτων μικρόν θαμβόν καθρέπτην. Η αποθήκη περιέχει τας κουβέλας και τους πίθους, ήτοι δοχεία σίτου, κριθής, αραβοσίτου και ελαίου. Περιέχει προσέτι σκαφίδας, άροτρα, σκαπάνας, πλεξίδας σκόρδων και κρομμύων και ποικίλα σκεύη του αγροτικού βίου.» (IV, σελ. 62-63)
Το κείμενο είναι στην καθαρεύουσα, αλλά οι τεχνικοί όροι του αγρού δίνονται σε λαϊκή γλώσσα και ξεχωρίζουν με την πλάγια γραφή τους, έστω και αν η μορφολογία τους προσαρμόζεται στην καθαρεύουσα με την προσθήκη αρχαϊκών καταλήξεων (κουβέλας). Η μέριμνα για αυθεντικότητα εξασφαλίζει εδώ, σε ένα κείμενο καθαρεύουσας, μια κάποια θέση στα ιδιώματα. Το όλο θέμα της γλώσσας της ηθογραφίας έχει ήδη τεθεί. Οι κάποιες παρεμβολές λαϊκής γλώσσας που διαπιστώνουμε, θα κατακλύσουν προοδευτικά χάριν της αυθεντικότητας όλο το κείμενο, μέχρι να εκτοπίσουν την καθαρεύουσα, πράγμα που θα έχει σαν αντίκτυπο να λείψουν τα ειρωνικά στοιχεία που δημιουργούνται με το πέρασμα από τη μία γλωσσική διάλεκτο στην άλλη.
Μια ανάλογη περιγραφή παρουσιάζεται στην Αμαρυλλίδα (1885). Αυτό το εκτενές αφήγημα μού φαίνεται ότι είναι πραγματικά ο συνδετικός κρίκος που ενώνει το αυτοβιογραφικό αφήγημα το καλυμμένο με ρομαντικά στοιχεία, όπως το χρησιμοποιούσε ο Ραγκαβής, για παράδειγμα στην Εκδρομή εις Πόρον (1863), με το το καθεαυτού λεγόμενο «ηθογραφικό» αφήγημα. Έστω και αν πρόκειται για το χωριό και τα ήθη του, η πηγή της αφήγησης και το κύριο αντικείμενό της είναι η συνείδηση ενός νεαρού αστού που κατακρίνει έντονα, αρχικά την επαρχία, και στη συνέχεια, γοητευμένος από την κόρη ενός γείτονα-πυργοδεσπότη, ποτισμένη με επαρχιακές προκαταλήψεις, καταλήγει να αγαπήσει συγχρόνως τη γειτόνισσά του και τους χωρικούς.
Ο λόγος που δικαιολογεί αυτό το είδος της περιγραφής είναι εδώ πολύ διαφορετικός από εκείνον που υπήρχε στο έργο Αγροτικαί Επιστολαί. Η περιγραφή δεν προκαλείται από την περιέργεια ενός μελετητή λαϊκών παραδόσεων, αλλά από τον εκνευρισμό ενός ανθρώπου της πόλης, αναγκασμένου να ζήσει στην επαρχία:
«Ο πύργος αυτός δεν είναι μεγάλον κτίριον, ομοιάζει μάλλον ανεμόμυλον και αποτελείται εκ δύο δωματίωνֹ (…) Αλλά το εσωτερικόν του πύργου είναι άθλιον. Αι οροφαί ξύλιναι, ακατέργασται και μαύραι από τον καπνόν, οι τοίχοι ασβεστόχριστοι, τα παράθυρα στενά και πληκτικά, και τα έπιπλα … Ω Θεέ μου! πώς θα κοιμηθώ επάνω εις τα τρίποδα αυτά με τα στραβοσάνιδά των! Ο επιστάτης μου υπεσχέθη ότι δια να τα ισοπεδώση θα στρώση επάνω πολλά μάλλινα σκεπάσματα τα οποία έστειλε να συλλέξη από τα σπίτια των χωρικών, αλλ’ εγώ δυσπιστώ προς την καθαριότητα των υφασμάτων αυτών.» (IV, σελ. 310)
Θα παρατηρήσει κανείς ότι, αντίθετα από το προηγούμενο κείμενο, σ’ αυτή την κακόβουλη περιγραφή δεν έχει καμιά θέση η τοπική διάλεκτος. Ο άνθρωπος της πόλης περιορίζεται στην γλώσσα του, του ανθρώπου του μορφωμένου.
Τέλος, ο Δροσίνης μας δίνει στο μικρό αγροτικό αφήγημά του, σύμφωνα με τον δικό του χαρακτηρισμό, Το βοτάνι της αγάπης (1888), μία τελευταία διασκευή, συναισθηματικά πολύ φορτισμένη, του εσωτερικού της αγροτικής κατοικίας.
Ο Γιαννιός, ο ήρωας αυτής της ιστορίας, ξαναγυρίζει στο χωριό του και στο σπίτι του, έχοντας περάσει δύο χρόνια στην πόλη για τη στρατιωτική του θητεία. Ο αφηγητής δεν είναι πια εξωτερικός παρατηρητής όπως στα προηγούμενα κείμενα, αλλά γίνεται ο ίδιος χωρικός, όχι όμως ένας χωρικός που δεν βλέπει το σκηνικό όπου ζει. Όχι! Ο Γιαννιός είναι ένας χωρικός που ανακαλύπτει τα πάντα από την αρχή με τα μάτια αυτού που έχει πάει στην πόλη. Η περιγραφή εδώ δικαιολογείται ποικιλοτρόπως. Υπάρχει η κούραση που υποχρεώνει κάποιον να καθίσει, η ακτινοβολία που χάνεται προοδευτικά αφήνοντας να φανούν τα αντικείμενα, το ένα μετά το άλλο, και έπειτα το στοργικό βλέμμα του ανθρώπου που ξαναβρίσκεται επιτέλους στο σπίτι του.
Στο μεταξύ τη φωνή του πολιτισμένου αστού αφηγητή πρέπει ακόμα να την μαντέψει κανείς, έστω και μέσα από τη χρήση της καθαρεύουσας . Δεν ακούμε την φωνή της αγροτικής διαλέκτου, αλλά την προσαρμογή της σε μία γλώσσα κατανοητή (ή πιο έξυπνη!). Οι διευκρινίσεις που δίνει ο Δροσίνης στο θέμα αυτό αφήνουν να φανεί το παράδοξο της ηθογραφίας που, όπως στην οξιτανία, το λογοτεχνικό κίνημα του FELIBRIGE, δεν είναι η καθεαυτού γλώσσα του λαού, αλλά η ανάπλαση από έναν αστό δημιουργό μιας γλώσσας που εξιδανικεύει, αισθητική και νοσταλγική:
«Αδύνατον να γράψω την εκ του στόματος του χωρικού εξιστόρησιν. Θα ήτο ασαφής, ανεπαρκής, ως προϋποθέτουσα ακροατήν γνώστην των τόπων, των προσώπων και των καθόλου αγροτικών ηθών… Ανάγκη λοιπόν ν’ αναπαραστήσω εγώ το κατά δύναμιν τας σκηνάς αυτάς συμπληρών τα κατά την διήγησιν του αγρότου κενά δι’ απαραιτήτων περιγραφών και άλλων αναγκαίων διασαφήσεων εξ ιδίας μελέτης και ερεύνης…» (V, σελ. 31)
Η περιγραφή που ακολουθεί είναι λοιπόν το προϊόν μιας συνεργασίας:
«Ο Γιαννιός με παλμούς χαράς, επισπεύδων το βήμα, επάτησε το ασβεστόχριστον κατώφλιον του πατρικού οίκου και ώθησε την θύραν πιέσας τον κρυφόν σύρτην. Δεν εύρεν εκεί κανένα. Μετά τον εκ του δρόμου και του ηλίου κάματον, δροσερός φιλόξενος αήρ τον περιέβαλεν ως θωπεία προς τον επανελθόντα. Ο νέος χωρικός εκάθισεν επί ξυλίνου χονδροειδούς σκαμνίου και έστρεψεν γύρω το βλέμμα. Αφού παρήλθε το πρώτον εκ των ηλιακών ακτίνων θάμβος, διέκρινε τώρα εις το σκιόφως τα διάφορα αντικείμενα. Όλα ήσαν γνώριμα, όλα ήσαν όπως προ δύο ετών πριν απέλθη εις τον στρατόν. Αι κουβέλαι του σίτου και του αραβοσίτου εις το βάθος, τα ξηροτύρια δια βούρλων κρεμασμένα από τας καπνισμένας δοκούς της στέγης, αι τσέργαι συσσωρευμέναι εις μίαν γωνίαν, τα τράστα εις τον τοίχον, η ποικιλόχρωμος προικώα κασσέλα της μητρός παρέκει. Και αυτό το μακρόν αργυρόζωστον όπλον, το όπλον το οποίον έφερε άλλοτε φυλάσσων το ποίμνιον, εκρέματο μεταξύ των δρεπάνων δεξιά της θύρας.
Ο πρώην στρατιώτης αφήρεσε νωθρώς το πηλίκιον και εσφόγγισε το κάθιδρον μέτωπον, έπειτα δε εσηκώθη και επλησίασεν εις τον τοίχον, όπου εκρέματο παλαιόν τράστον χρησιμεύον ανέκαθεν αντί οψοφυλακίου δια τον φόβον των ποντικών. Εβύθισε μετά σπουδής την χείραν και ανέσυρε μειδιών τεμάχιον αζύμου άρτου και γωνίαν ξηροτυρίου. Και τότε, όρθιος εν μέσω του ταπεινού οίκου, γευόμενος του αγροτικού εκείνου προγεύματος, το οποίον τοσάκις είχεν ενθυμηθή μετά πόθου μακράν εκεί, υπό την σκοπιάν του φρουρού, ο νέος χωρικός ησθάνθη εν είδει γλυκυτάτου ριγήματος κορυφωμένην, ανεκλάλητον την χαράν του γυρισμού. (V, σελ. 120-121)
Το κείμενο είναι μακρύ και οι εθνογραφικές πληροφορίες πολλές (κατώφλι ασβεστωμένο, μυστικός σύρτης, σεντούκια, τσουβάλια κρεμασμένα, συνδυασμός κατοικίας και τόπου εργασίας), αλλά όλα αυτά συνυπάρχουν αρμονικά λόγω της ευχάριστης ατμόσφαιρας που ήξερε να δημιουργήσει ο Δροσίνης. Είναι αρκετά εύκολο να δώσει κανείς σ’ αυτή τη σκηνή μία γενική συμβολική σημασία που δείχνει ότι ο Δροσίνης, πολύ πριν τον Παπαδιαμάντη, σκέφτηκε τις ιδεολογικές επιπτώσεις της ηθογραφίας. Η ιστορία του Γιαννιού και της Ζεμφύρας είναι φυτώριο όλων των μετέπειτα εξελίξεων του είδους. Η ιστορία είναι πολύ απλή. Ο Γιαννιός, ο γιός ενός γεωργού από το χωριό των Γουβιών, ερωτεύεται μια νεαρή Τσιγγάνα, κάτι σαν μάγισσα, που τον κάνει να πιστέψει ότι τον έχει ποτίσει με το «βοτάνι της αγάπης». Αυτό το φίλτρο είναι δραστικό όσο οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο βουνό, μακριά από τα βλέματα της κοινότητάς τους. Αλλά αυτός ο έρωτας είναι αδιέξοδος. Ο Γιαννιός δεν μπορεί να παντρευτεί μια νέα κοπέλα άλλης φυλής, που δεν είναι βαφτισμένη. Το ειδύλλιο τελειώνει με την αναχώρηση του Γιαννιού για τη στρατιωτική του θητεία. Δύο χρόνια μετά, ο Γιαννιός, επιφανειακά πολιτισμένος, δεν πιστεύει πια στο φίλτρο. Επιστρέφοντας στο χωριό αρραβωνιάζεται μια νεαρή κοπέλα, που του ταιριάζει καλύτερα. Μετά από έναν καβγά σκοτώνει τη Ζεμφύρα και θα σκοτωθεί κι ο ίδιος, από τον γέρο Τσιγγάνο πατέρα της.
Αυτή η ιστορία οριοθετεί τρεις χώρους με αντίθετες συμβολικές φορτίσεις. Το χώρο της άγριας φύσης. Είναι ο χώρος της Ζεμφύρας όπου βασιλεύει ο αυθορμητισμός του έρωτα του ειδυλλιακού ή του παραδείσιου. Το διφορούμενο χώρο της πόλης. Είναι προφανώς ο χώρος του πολιτισμού, αλλά επίσης ο χώρος της χαμένης ελευθερίας και των χαμένων πατροπαράδοτων δοξασιών. Όσον αφορά το χωριό, ο Δροσίνης έχει γι’ αυτό μία γνώμη λιγότερο απλοϊκή από αυτή της ειδυλλιακής εκδοχής της ηθογραφίας που του αποδίδουν συνήθως. Το χωριό αντιπροσωπεύει μία ισορροπία ανάμεσα στον πολιτισμό και την αγριότητα του ήθους, και η φυσική και παραδοσιακή του καλλιέργεια αντιστοιχεί σε μία στάση του χρόνου, και κατ’ επέκταση στην πρόσβαση κάποιου αιώνιου πράγματος. Αλλά ο Δροσίνης, όπως αργότερα ο Καρκαβίτσας, διαβλέπει πολύ καλά τους κινδύνους: τη δεισιδαιμονία και τη μαγγανεία (Το βοτάνι της Αγάπης), τις καταπιεστικές κοινωνικές αναγκαιότητες (ο Γιαννιός δεν είναι ελεύθερος να παντρευτεί όποια θέλει), την αναδίπλωση στην κοινότητα και την απόλυτη απόρριψη του Άλλου (των Τσιγγάνων). Πολύ πριν από τον Παπαδιαμάντη, ο Δροσίνης κατάλαβε ότι το χωριό μπορεί επίσης να σκοτώσει τα νεαρά και αθώα όντα.
Αλλά ο αγαπητός Δροσίνης δεν είναι ένας φυσιοδίφης. Προτιμά να γοητεύεται από τη ζωή του χωριού όπου δεν υπάρχει η οδυνηρή αποκοπή ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Ξαναγυρίζοντας στο χωριό, ο Γιαννιός μπορεί να πει κανείς ότι «μεταλαμβάνει» και με τα δύο είδη. Αφού έχει φάει το ψωμί και το τυρί, πίνει στην πηγή:
Το νερόν του χωρίου των Γουβών είναι περιλάλητο εις όλην την επαρχίαν δια την διαύγειαν, την δροσερότητα και τας υγιεινάς ιδιότητας. Κατέρχεται από το βουνόν της Καρβουναριάς δια της πετρώδους πλαγιάς την οποίαν ποτέ δεν θερμαίνει ηλιακή ακτίς. Έκτισαν εκεί μικράν βρύσιν κα, αντί κρουνού, ενέπηξαν τεμάχιον από κάνναν καραμπίνας, το οποίον φράττουν με στουπίον ή τυλιγμένα φύλλα δένδρου. Αλλ΄ ο κρουνός δεν κλείεται εντελώς και το νερόν ρέει διαρκώς, υγραίνον το έδαφος και αποτελούν μικρόν ρύακα όπου ποτίζονται κόσσυφοι, σεισοπυγίδες και πεταλούδες και μέλισσαι. Γύρω από την βρύσιν αναρριχώνται κισσοί, αγράμπελαι, αρκουδόβατοι και φύονται εις τα σχισμάς βρύα πολυτρίχια.
Ο Γιαννιός εκόλλησεν επί του κρουνού τα χείλη απλείστως και έπιε δις και τρις διακόπτων επί μακρόν την πόσιν δια να αναπνεύση.
-Αθάνατο νερό, εψιθύρισε σφογγίζων δια του καρπού της χειρός τον βρεγμένο μύστακα.
Ο Δροσίνης δεν μπορούσε να βρει ωραιότερη αλληγορία για να επισημάνει αυτό που είναι η ηθογραφία. Ένας νέος άνθρωπος, επιστρέφοντας από την πόλη και τον ψεύτικο πολιτισμό της, ξαναβρίσκει τις απλές αξίες του χωριού, την επαφή με μια μητρική φύση, με τα μικρά πουλιά και τα έντομα και ένα νερό καθάριο, αλλά διοχετευμένο στο κανάλι… Είναι ο γυρισμός στις πηγές μιας ολόκληρης γενιάς.
Henri Tonnet
INALCO
Institut National des langues
et civilisations orientales
Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών γλωσσών και πολιτισμών
Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα 1974, 3η έκδοση Κέδρος 1991. Αυτή η συλλογή άρθρων και ειδικότερα το κεφάλαιο «Ο ρεαλισμός στην ηθογραφία από ειδυλλιακό βαυκάλημα σε κοινωνική καταγγελία» παραμένει το κριτικό κείμενο το πιο νοήμον επάνω στο θέμα.
2 Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι στους διαλόγους ο Δροσίνης δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη λαϊκή γλώσσα. Ιδού, για παράδειγμα η φράση του Γιαννιού (V, σελ. 25): Ο άντρας είν’ ένας κοντοζαρωμένος, κακομούτσουνος, μαλλιαρός σαν αρκούδι, μαύρος σαν τον Οξαποδώ και στραβός από το δεξί μάτι.

