«Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που περπατούσε μες στο δάσος ένας άνθρωπος βρήκε ένα μικρό αετό. Τον πήρε σπίτι του και τον έβαλε στο κοτέτσι του, όπου σύντομα έμαθε να τρώει και να συμπεριφέρεται σαν τα κοτόπουλα.
Μια μέρα ένας φυσιοδίφης, που περνούσε από κει, ρώτησε τον ιδιοκτήτη γιατί είχε αναγκάσει τον αετό, το βασιλιά των πουλιών, να ζει στο κοτέτσι μαζί με τα κοτόπουλα.
«Αφού του έδωσα να φάει ότι τρώνε οι κότες και τον εκπαίδευσα σαν κοτόπουλο, δεν έμαθε ποτέ να πετάει», απάντησε ο ιδιοκτήτης. «Φέρεται σαν κοτόπουλο κι έχει πάψει να είναι αετός». « Κι όμως» επέμεινε ο φυσιοδίφης, «έχει ακόμα καρδιά αετού και σίγουρα μπορεί να μάθει να πετάει».
Αφού το κουβέντιασαν καλά, οι δυο άντρες συμφώνησαν να δουν αν αυτό ήταν δυνατό. Ο φυσιοδίφης έπιασε μαλακά τον αετό στα χέρια του και του είπε: «Ανήκεις στον ουρανό κι όχι στη γη. Άπλωσε τα φτερά του και πέτα».
Ο αετός όμως είχε μπερδευτεί, δεν ήξερε πια ποιος ήταν και βλέποντας τα κοτόπουλα να τρώνε πήδηξε κάτω για να πάει μαζί τους.
Χωρίς να χάσει το θάρρος του ο φυσιοδίφης πήρε την άλλη μέρα τον αετό ψηλά στη στέγη του σπιτιού και τον παρακίνησε πάλι λέγοντας: «Είσαι αετός. Άνοιξε τα φτερά σου και πέτα». Αλλά ο αετός φοβόταν τον άγνωστο εαυτό του και τον κόσμο και πήδηξε πάλι κάτω για τροφή.
Την Τρίτη μέρα ο φυσιοδίφης σηκώθηκε νωρίς, έβγαλε τον αετό απ’ το κοτέτσι και τον πήρε ψηλά στο βουνό. Εκεί κράτησε το βασιλιά των πουλιών ψηλά απ’ το κεφάλι του και του έδωσε ξανά θάρρος λέγοντας «Είσαι αετός. Ανήκεις στον ουρανό όσο και στη γη. Άπλωσε τα φτερά σου τώρα και πέτα».
Ο αετός κοίταξε γύρω του, κοίταξε το κοτέτσι και μετά τον ουρανό. Δεν πέταξε όμως. Τότε ο φυσιοδίφης τον σήκωσε ψηλά ίσια προς τον ήλιο κι ο αετός άρχισε ξαφνικά να τρέμει και να ανοίγει τα φτερά του αργά. Τελικά βγάζοντας μια θριαμβευτική κραυγή όρμισε προς τον ουρανό.
΄Ισως ο αετός να θυμάται πάντα τα κοτόπουλα με νοσταλγία. Ίσως να ξαναγυρίζει κάπου- κάπου για επίσκεψη στο κοτέτσι. Αλλά απ’ ότι ξέρουμε ποτέ δεν ξαναγύρισε να ζήσει σαν κοτόπουλο. Ήταν αετός, παρ’ όλο μεγάλωσε και εξημερώθηκε σαν κοτόπουλο».
Η παραπάνω ιστορία που λέγεται «Η παραβολή του αετού» του Τζέιμς Άγκρευ πολύ εύστοχα περιγράφει μέρος της ψυχολογίας της κακοποιημένης γυναίκας. Σαν τον αετό λοιπόν, οι γυναίκες αυτές ακόμα κι αν έχουν μάθει να βλέπουν τον εαυτό τους σαν κάτι που δεν είναι, μπορούν να ξαναβρούν τις πραγματικές τους δυνατότητες και να τις αξιοποιήσουν με θετικό και λειτουργικό τρόπο. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ και να αναλύσω ξανά ορισμούς όπως «τι είναι βία, κακοποιημένη γυναίκα, χαρακτηριστικά κ.λ.π.» διότι όλα αυτά έχουν ειπωθεί και αναλυθεί επαρκέστατα. Θέλω να μοιραστώ τη δική μου εμπειρία από τις γυναίκες που έχω γνωρίσει.
Όταν φτάνουν στο γραφείο μου διαπιστώνω ότι επιτέλους σπάνε τον κύκλο της σιωπής μετά από κάποιο πολύ βίαιο και ακραίο επεισόδιο. Προδίδουν συνήθως με ντροπή και ενοχές το καλά ριζωμένο «Τα εν οίκω μη εν δήμω». Με έντονη κυκλοθυμική διάθεση και συναισθήματα αμφιθυμίας, περιγράφουν την κακοποίηση τους, χωρίς πραγματικά να συνειδητοποιούν το βάρος, το μέγεθος και τις προεκτάσεις των εξομολογήσεων τους. Είναι ψύχραιμες στις περιγραφές τους διότι προφανώς η ζωή τους είναι ταυτισμένη με τη βία και δεν ξέρουν να ζουν διαφορετικά.
Προχωρώντας τη συμβουλευτική μαζί του συνήθως διαπιστώνω ότι πρόκειται για εξαιρετικά δυνατές γυναίκες με αρετές κι ευαισθησίες. Όλες κατέχουν υψηλό βαθμό αντοχής, αφοσίωσης και κυρίως συμπόνιας – ακόμα και για το θύτη τους-. Πιστεύουν μέσα τους στην αλλαγή και πάντα υπάρχει μια σπίθα ελπίδας. Βρίσκονται μπερδεμένες ακριβώς επειδή δεν μπορούν να οριοθετηθούν συναισθηματικά απέναντι στο θύτη τους. Μέσα τους γνωρίζουν πόσο σημαντικές και απαραίτητες είναι γι’ αυτόν και αυτή η εξάρτηση τους δίνει νόημα ζωής. ‘Όταν θα φτάσουμε στο σημείο να αναδείξουμε αυτά τα χαρίσματα, βλέπω ότι είναι ικανές να τα αναγνωρίσουν και να τα παραδεχτούν αλλά δεν μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση, γιατί τα περιορίζουν σε μια καταστροφική σχέση για τον εαυτό τους, για τα παιδιά τους και σε τελική ανάλυση για το θύτη τους.
Εδώ αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα επειδή υπάρχουν πολλές δικαιολογίες πραγματικές ή πλασματικές που τις καθηλώνουν. Λες και δεν μπορούν να «δουν». Όπως ο αετός στη στέγη, που ενώ είχε επιλογή να πετάξει, φοβήθηκε τον «άγνωστο εαυτό του» και πήδηξε πάλι κάτω. Βέβαια το να φοβόμαστε τον άγνωστο εαυτό μας δεν είναι χαρακτηριστικό των κακοποιημένων γυναικών. Αφορά τον καθένα μας και τη δέσμευση μας να ρισκάρουμε για να ζήσουμε αυτή τη ζωή με πληρότητα ή να κουκουλώσουμε τη δημιουργικότητα μας σε μια πλαστή ασφάλεια μόνο και μόνο από φόβο.
Η διαφορά με τις κακοποιημένες γυναίκες είναι το πλαίσιο που βλέπουν να διαδραματίζεται η ιστορία τους, που είναι πιο στενό και ολοφάνερα βίαιο.
Όσο μεγάλη κι αν είναι η υποστήριξη και η φροντίδα θα έρθει η ώρα που θα επιλέξει και να πάρει την ευθύνη του εαυτού της και θα νοιώσει την μοναξιά και το φόβο της επιλογής και της ελευθερίας. Ή θα ανοίξει τα φτερά της προς τον ουρανό ή θα επιστρέψει στο κοτέτσι. Η εμπειρία μου λέει ότι λίγες γυναίκες παίρνουν το ρίσκο, εμπιστεύονται το άγνωστο και δεν υποκύπτουν στο φόβο που λέει: που θα πάω, αν με βρει, τι θα φάω, πως θα μεγαλώσω τα παιδιά μου κ.α.. Ξέρω όμως ότι εκείνες που τόλμησαν πέταξαν ψηλά και μακριά. Αν το καλοσκεφτούμε η ενέργεια που χρειάζονται να αντέχουν την καθημερινή βία και το φόβο είναι πολύ περισσότερη από κείνη που χρειάζονται για να δουλέψουν, να φροντίσουν τον εαυτό τους, τα παιδιά τους και τελικά να επιβιώσουν σ’ ένα κόσμο εξ ορισμού δύσκολο άδικο και σκληρό.
Το μεγαλύτερο χάρισμα τους είναι η συμπόνια. Βάζω λοιπόν το ερώτημα: «Γιατί συμπόνια μόνο για τους άλλους και όχι για τον εαυτό και τα παιδιά τους. Κι αν υπάρχει ελπίδα αλλαγής για μια καλύτερη ζωή γιατί πρέπει να ξεκινήσει από τους άλλους;»
Καναβάκη Μαρία
Κοινωνική Λειτουργός.

