Πολλοί νέοι άνθρωποι λόγω της οικονομικής κρίσης βρίσκονται μπροστά στη πρόκληση να ξαναγυρίσουν στο πατρικό τους και να κατοικίσουν με τους γονείς τους.
Η οικονομική δυσπραγία, ειδικά για τους άγαμους νέους φέρνει μπροστά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο μαμάδες κάνουν κρυφή η φανερή χαρά, οι οικονομικοί όροι βελτιώνονται. Όμως είναι έτσι απλό η είναι ένα δύσκολο πρόβλημα.
Το σπίτι μας αντιπροσωπεύει τον προσωπικό μας χώρο και είναι προέκταση του εαυτού μας. Η προσδοκία να στεγάσουμε τον «κόσμο μας», τους εαυτούς μας, και την ζωή που κάνει η θέλει να κάνει ο καθένας. Ο κάθε «νοικοκύρης» στεγάζει τα όνειρά του, για τον εαυτό του και την ζωή του. Το χτίσιμο αυτού του κόσμου, περιέχει κομμάτι της αυτοεκτίμησης μας και περισσότερο την επικύρωση της καθημερινής ανάληψης της ευθύνης της προσωπικής ζωής. Ειδικά για τους νέους ανθρώπους.
Παλιότερα ο γάμος και το σπίτι γίνονταν μαζί. Ένα νέο σπίτι ξεκινούσε με έναν γάμο. Ως τότε συνήθως οι νέοι κατοικούσαν στο πατρικό τους και με την κεκτημένη ταχύτητα της ζωής στο πατρικό, οι γονείς προσπαθούσαν να δώσουν τις πρώτες νότες στο σπίτι του νέου ζεύγους. Έστω και έτσι, η σηματοδότηση ήταν σαφής, ξεκινούσαν το δικό τους νοικοκυριό.
Τα τελευταία χρόνια με αφορμή συνήθως την φοιτητική ζωή, οι γονείς εάν μπορούσαν αναλάμβαναν τα πάντα, νοίκια, διαβίωση, συν κάποια πράγματα που συνέδεαν με την προηγούμενη σχέση γονιών παιδιών, κάποιο επιχορηγητικό χρηματικό ποσόν, κανένα ταπεράκι, και σε μερικές «βαρύτερες» περιπτώσεις, κούτες με άπλυτα που ταξίδευαν προς το πατρικό. Κάποια από αυτά συνέχισαν ακόμα και όταν οι νέοι είχανε πια μπει στην αγορά εργασίας.
Όμως, ας πούμε στα 30, πολλοί που αναγκάστηκαν να γυρίσουν στους γονείς τους περίμενε το «παιδικό τους δωμάτιο», που στον καιρό της απουσίας τους είχε παραμείνει διαθέσιμο ως ξενώνας, η χώρος ατομικών δραστηριοτήτων κάποιου γονιού η και άτυπη αποθήκη. Ακόμα συχνότερα συνάντησαν τα εφηβικά έπιπλά που είχαν ξεμείνει.
Ο κόσμος των γονιών-παιδιού είναι 100% παρών. Οι νέοι καλούνται να συνεχίσουν το χτίσιμο του δικού τους κόσμου εκεί. Και όλα αρχίζουν να πηγαίνουν μπρός-πίσω. Και για τους γονείς και για τους νέους, που ονομάζονται πολύ πιο εύκολα πάλι παιδιά.
Κάποιοι περιορίζονται και το κάνουν «ξενοδοχείο», πράγμα που αντιβαίνει σε κάθε καλή συνθήκη ενήλικης συμβίωσης με αποτέλεσμα να είναι ολοένα και πιο θυμωμένοι όλοι με όλους. Στην άλλο άκρο και σπανιότερα, το σπίτι γίνεται «γηροκομείο», όπου οι γονείς θυσιάζουν και παραχωρούν τον δικό τους κόσμο στα παιδιά, περιορίζονται σε μια πιο αποσυρόμενη καθημερινότητα. Τα όνειρά τους και οι προσδοκίες τους τρέφονται από αυτά των παιδιών τους.
Ποιος τρέφει ποιόν? Ο οικονομικός παράγοντας έχει ικανοποιηθεί! Φυσικά δεν είναι τα μόνα σενάρια που μπορούν να ξεδιπλωθούν στην ζωή της κάθε οικογένειας, όπου υπάρχει ένα φάσμα εξελισσόμενων ανθρώπων και σχέσεων, αλλά δεν παύει να είναι ένα πολύ δύσκολο έως επικίνδυνο εγχείρημα.
Η οικονομική δυσπραγία, ειδικά για τους άγαμους νέους φέρνει μπροστά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο μαμάδες κάνουν κρυφή η φανερή χαρά, οι οικονομικοί όροι βελτιώνονται. Όμως είναι έτσι απλό η είναι ένα δύσκολο πρόβλημα.
Το σπίτι μας αντιπροσωπεύει τον προσωπικό μας χώρο και είναι προέκταση του εαυτού μας. Η προσδοκία να στεγάσουμε τον «κόσμο μας», τους εαυτούς μας, και την ζωή που κάνει η θέλει να κάνει ο καθένας. Ο κάθε «νοικοκύρης» στεγάζει τα όνειρά του, για τον εαυτό του και την ζωή του. Το χτίσιμο αυτού του κόσμου, περιέχει κομμάτι της αυτοεκτίμησης μας και περισσότερο την επικύρωση της καθημερινής ανάληψης της ευθύνης της προσωπικής ζωής. Ειδικά για τους νέους ανθρώπους.
Παλιότερα ο γάμος και το σπίτι γίνονταν μαζί. Ένα νέο σπίτι ξεκινούσε με έναν γάμο. Ως τότε συνήθως οι νέοι κατοικούσαν στο πατρικό τους και με την κεκτημένη ταχύτητα της ζωής στο πατρικό, οι γονείς προσπαθούσαν να δώσουν τις πρώτες νότες στο σπίτι του νέου ζεύγους. Έστω και έτσι, η σηματοδότηση ήταν σαφής, ξεκινούσαν το δικό τους νοικοκυριό.
Τα τελευταία χρόνια με αφορμή συνήθως την φοιτητική ζωή, οι γονείς εάν μπορούσαν αναλάμβαναν τα πάντα, νοίκια, διαβίωση, συν κάποια πράγματα που συνέδεαν με την προηγούμενη σχέση γονιών παιδιών, κάποιο επιχορηγητικό χρηματικό ποσόν, κανένα ταπεράκι, και σε μερικές «βαρύτερες» περιπτώσεις, κούτες με άπλυτα που ταξίδευαν προς το πατρικό. Κάποια από αυτά συνέχισαν ακόμα και όταν οι νέοι είχανε πια μπει στην αγορά εργασίας.
Όμως, ας πούμε στα 30, πολλοί που αναγκάστηκαν να γυρίσουν στους γονείς τους περίμενε το «παιδικό τους δωμάτιο», που στον καιρό της απουσίας τους είχε παραμείνει διαθέσιμο ως ξενώνας, η χώρος ατομικών δραστηριοτήτων κάποιου γονιού η και άτυπη αποθήκη. Ακόμα συχνότερα συνάντησαν τα εφηβικά έπιπλά που είχαν ξεμείνει.
Ο κόσμος των γονιών-παιδιού είναι 100% παρών. Οι νέοι καλούνται να συνεχίσουν το χτίσιμο του δικού τους κόσμου εκεί. Και όλα αρχίζουν να πηγαίνουν μπρός-πίσω. Και για τους γονείς και για τους νέους, που ονομάζονται πολύ πιο εύκολα πάλι παιδιά.
Κάποιοι περιορίζονται και το κάνουν «ξενοδοχείο», πράγμα που αντιβαίνει σε κάθε καλή συνθήκη ενήλικης συμβίωσης με αποτέλεσμα να είναι ολοένα και πιο θυμωμένοι όλοι με όλους. Στην άλλο άκρο και σπανιότερα, το σπίτι γίνεται «γηροκομείο», όπου οι γονείς θυσιάζουν και παραχωρούν τον δικό τους κόσμο στα παιδιά, περιορίζονται σε μια πιο αποσυρόμενη καθημερινότητα. Τα όνειρά τους και οι προσδοκίες τους τρέφονται από αυτά των παιδιών τους.
Ποιος τρέφει ποιόν? Ο οικονομικός παράγοντας έχει ικανοποιηθεί! Φυσικά δεν είναι τα μόνα σενάρια που μπορούν να ξεδιπλωθούν στην ζωή της κάθε οικογένειας, όπου υπάρχει ένα φάσμα εξελισσόμενων ανθρώπων και σχέσεων, αλλά δεν παύει να είναι ένα πολύ δύσκολο έως επικίνδυνο εγχείρημα.
Μιχάλης Σκουλούδης
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

